Σύλλογος Έκτακτων Αρχαιολόγων Σύλλογος Έκτακτων Αρχαιολόγων Σύλλογος Έκτακτων Αρχαιολόγων

Θέσεις

Εξειδικεύσεις ίσον δια βίου επισφάλεια

Το ζήτημα των ειδικεύσεων στις προκηρύξεις, δηλαδή της αντιμετώπισης των μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών ή της εξειδικευμένης προϋπηρεσίας ως προαπαιτούμενων για τη διεκδίκηση μιας θέσης εργασίας, διαμορφώνει αυτομάτως συνθήκες αδικιών στον εργασιακό μας βίο. Η αντίθεση προς τις ειδικεύσεις δεν τίθεται, φυσικά, από αντιεπιστημονική, ούτε από συντεχνιακή εσωστρέφεια, χωρίς να αναγνωρίζουμε την πληθώρα των κοινωνικών προβλημάτων, που οι πολιτικές της λιτότητας, των μνημονίων και της ελεύθερης αγοράς έχουν επιφέρει στη συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων και του λαού. Προκρίνουμε, ωστόσο, ότι μέσα στο πλαίσιο της μιζέριας, την οποία καλούμαστε να αντιπαλέψουμε και να διαχειριστούμε, οι ειδικεύσεις δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα ούτε του κλάδου των εκτάκτων αρχαιολόγων, ούτε του δημόσιου και επιστημονικού ρόλου των υπηρεσιών αρχαιοτήτων.

Πιο ειδικά, ενώ αντιλαμβανόμαστε πλήρως αφενός την αγωνία και το μόχθο της πλειονότητας του προσωπικού των υπηρεσιών για την προστασία των αρχαιολογικών μαρτυριών, αφετέρου τις δυσκολίες στην περαίωση της αποστολής αυτής στο δυσλειτουργικό  και υποστελεχωμένο πλαίσιο λειτουργίας των υπηρεσιών, δεν αναγνωρίζουμε ότι η πρόσληψη ειδικευμένου αρχαιολογικού προσωπικού ανακουφίζει από τα προβλήματα.

Πιο συγκεκριμένα, η ιεράρχηση των μεταπτυχιακών τίτλων ειδίκευσης ως προϋπόθεσης για την πρόσληψη του αρχαιολογικού προσωπικού ακυρώνει αυτομάτως την αξία του πτυχίου μας, που είναι ο τίτλος κατοχύρωσης των επαγγελματικών μας δικαιωμάτων και της επιστημονικής μας ιδιότητας. Για έναν κλάδο που πλήττεται από την ανεργία, την εργασιακή επισφάλεια και τις ελαστικές σχέσεις εργασίας, δεν είναι ανεκτό να τίθενται όλο και περισσότεροι φραγμοί στο δικαίωμά μας για δουλειά.

Παράλληλα, είμαστε αντίθετοι στην αναγνώριση και στην προώθηση στους χώρους δουλειάς των νεοφιλελεύθερων πολιτικών εκβιομηχάνισης των σπουδών, που βασικός της άξονας είναι η "παραγωγή" μεταπτυχιακών τίτλων σπουδών στο πλαίσιο ενός ιδιότυπου, ποσοτικού, όχι ποιοτικού, ανταγωνισμού, με μπόλικο άρωμα "ανάπτυξης",  μεταξύ των ΑΕΙ. Δεν ταυτίζουμε, δηλαδή, τη γνώση με την ειδίκευση και, πολύ περισσότερο, την ανταπόκριση με τις ανάγκες και τα προβλήματα, που ανακύπτουν στο ανασκαφικό πεδίο με τη συγκεκριμένη λογική ειδίκευσης που προωθείται από την Ε.Ε., τις κυβερνήσεις και τα πανεπιστήμια.

Η απαξίωση των πτυχίων μας συστηματοποιείται τις τελευταίες δεκαετίες από τα ίδια τα πανεπιστήμια, γιατί υιοθετούν τις επιταγές της ελεύθερης αγοράς για μετατροπή της ανώτατης παιδείας και της έρευνας, ακόμα και στις ανθρωπιστικές-κοινωνικές σπουδές, σε επιχειρηματικό πεδίο δράσης ή αλλιώς σε πεδίο "ανάπτυξης" (σύμφωνο Μπολόνια, κατάργηση άρθρου 16). Για το λόγο αυτό το πτυχίο και οι σπουδές μας θεωρούνται αναλώσιμες, ενώ οι μεταπτυχιακές σπουδές προωθούνται και συστηματοποιούνται τόσο εντός των πανεπιστημίων, όσο και  στην παραγωγή, η οποία χαρακτηρίζεται τις τελευταίες δεκαετίες ως αγορά εργασίας. Και δεν είμαστε ενάντιοι στην εκβιομηχάνιση της γνώσης και της έρευνας μόνο επειδή προστίθενται όλο και περισσότερες προϋποθέσεις ανάμεσα στους αρχαιολόγους και το δικαίωμα τους για δουλειά, ούτε επειδή διαστρέφεται ο κοινωνικός-δημόσιος ρόλος των πανεπιστημίων. Είμαστε ενάντιοι και επειδή το πλαίσιο αυτό ευνοεί όσους έχουν τα προς το ζην για να απέχουν από την εργασία και να συνεχίσουν να μετεκπαιδεύονται, εντείνοντας ακόμα περισσότερο τις ταξικές αντιθέσεις. Είμαστε ενάντιοι και απέναντι στη λογική της αγοράς εργασίας, που θέτει το δικαίωμα στη δουλειά σε ατομική διαπραγμάτευση, μέσω της συσσώρευσης τίτλων ειδίκευσης και της κατάρτισης ισχυρών βιογραφικών, και μετατρέπει το επάγγελμα του αρχαιολόγου από δημόσιο-κοινωνικό λειτούργημα σε ελεύθερο επάγγελμα.

Χωρίς να θεωρούμε φυσικά ότι η ποιότητα των σπουδών και του επιστημονικού μας εξοπλισμού, εξερχόμενοι των ΑΕΙ, επαρκούν για να ανταποκριθούμε στις ανάγκες (ούτε βέβαια έχουμε την παράλογη απαίτηση οι οιεσδήποτε σπουδές να μας εξοπλίσουν πλήρως), αντιτιθέμεθα στην βιομηχανοποίηση των μεταπτυχιακών σπουδών και την απόσπασή τους από την παραγωγική διαδικασία. Αντί, λοιπόν, η ειδίκευση να θεωρείται ανάγκη του μόνιμα και σταθερά εργαζόμενου αρχαιολόγου, τίθεται πλέον ως προϋπόθεση για την εύρεση εργασίας. Υποτασσόμενοι, λοιπόν, είτε ως εργαζόμενοι, είτε ως φοιτητές, στις παραπάνω εκμεταλλευτικές αναδιαρθρώσεις δρομολογούμε την απελευθέρωση του επαγγέλματος του αρχαιολόγου και την απαξίωση του δημόσιου-κοινωνικού ρόλου τόσο των πανεπιστημίων, όσο και των υπηρεσιών αρχαιοτήτων.

Εκτός όμως από τα παραπάνω, η πρόταξη των ειδικεύσεων ως προαπαιτούμενων για προσλήψεις θέτει επί τάπητος δεοντολογικά και επιστημονικά ζητήματα. Θέτει υπό αμφισβήτηση όχι μόνο την αξία των πτυχίων μας, αλλά και τη δυνατότητα κάθε αρχαιολόγου να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις της δουλειάς. Θεωρούμε, δηλαδή, ότι είναι παράλογο να αναζητούνται μόνο οι ειδικευμένοι, βάσει εμπειρίας ή βάσει τίτλου σπουδών, αρχαιολόγοι για πολλούς λόγους.

Πρώτον, επειδή δε δίνεται η ευκαιρία σε νέους αρχαιολόγους, άνευ ειδίκευσης, να εργαστούν και να αποκτήσουν εμπειρία. Δεύτερον,  επειδή δε δίνεται η δυνατότητα, ακόμα και σε ειδικευμένους αρχαιολόγους, να διεκδικήσουν μια θέση εργασίας σε τομέα πέραν της ειδίκευσής τους. Τρίτον, επειδή αίρεται η εμπειρική διαπίστωση ότι στην πλειονότητα των ανασκαφών δε συναντάται μία μόνο ιστορική περίοδος αλλά πολλές. Τέταρτον, επειδή τίθεται υπό αμφισβήτηση η καθολικότητα και ενιαιότητα της ανασκαφικής μεθοδολογίας. Δεν είναι, για παράδειγμα, διαφορετική η ανασκαφική που εφαρμόζεται στα μινωικά στρώματα από αυτήν που εφαρμόζεται στα κλασικά ή πρωτοβυζαντινά στρώματα. Χωρίς, βέβαια, να παραγνωρίζουμε ότι λείπουν οι επιστημονικές εκείνες πρωτοβουλίες, που θα συμβάλλουν στη βελτίωση της ανασκαφικής μεθοδολογίας, δεν υφίσταται η ανά ιστορική εποχή ανασκαφική μεθοδολογία. Πέμπτον, διότι εισάγεται η λογική της διάσπασης της συνοχής της αρχαιολογικής επιστήμης ως ενιαίας και της κατάτμησής της σε ανά ιστορικές περιόδους τομείς.       

Λαμβάνοντας, λοιπόν, υπόψιν όλα τα παραπάνω θεωρούμε την επιστήμη της Αρχαιολογίας ως ενιαία και αδιάσπαστη, όπως και το δικαίωμα του κάθε αρχαιολόγου να μπορεί να διεκδικεί με το πτυχίο του μια θέση εργασίας. Αναγνωρίζουμε ότι στο επίπεδο του εντοπισμού, της προστασίας, της ανάδειξης, της τεκμηρίωσης και της καταγραφής των αρχαιολογικών μαρτυριών πρωταρχική σημασία έχει η συνολική και ενιαία εργασιακή εμπειρία στο πεδίο της Αρχαιολογίας. Ακριβώς για το λόγο αυτό διεκδικούμε την προκήρυξη περισσότερων θέσεων εργασίας, απαραίτητων για την απόκτηση εμπειρίας από περισσότερους αρχαιολόγους και αναγκαίων για την πρόσβαση στο δικαίωμα για δουλειά από νέους συναδέλφους. Παράλληλα, επειδή δεν έχουν όλοι την πολυτέλεια να προχωρήσουν σε μεταπτυχιακές σπουδές, ιδίως οι παλαιότεροι συνάδελφοι, και επειδή συχνά αποδεικνύεται ότι η εργασιακή εμπειρία αποτελεί το κυριότερο προαπαιτούμενο ανταπόκρισης στις ανάγκες του πεδίου, διεκδικούμε τη μοριοδότηση συνολικά της προϋπηρεσίας, και πέραν του 84μηνου, χωρίς ειδικεύσεις και διαβαθμίσεις.  

Συνοψίζοντας, προασπιζόμενοι τα εργασιακά μας δικαιώματα, τον κοινωνικό χαρακτήρα και τη δημόσια λειτουργία των υπηρεσιών αρχαιοτήτων, και την ακεραιότητα της αρχαιολογικής επιστήμης αντιτιθέμεθα στη λογική των ειδικεύσεων ως προαπαιτούμενων στις προκηρύξεις, είτε αυτές προκύπτουν από τίτλους σπουδών, είτε από εργασιακή εμπειρία.

Συνάδελφοι, τα αιτήματά μας δεν αφορούν μόνο στο παρόν, ούτε περιστρέφονται αποκλειστικά γύρω από τα προβλήματα του κλάδου. Παλεύουμε συνολικότερα για την αναβάθμιση, την επιστημονική εμβάθυνση, την κοινωνικοποίηση της επιστήμης της Αρχαιολογίας. Θεωρούμε ότι αναπόσπαστο κομμάτι οιωνδήποτε διεκδικήσεων μας δε μπορεί να αφορά μόνο τους εργαζόμενους, αλλά και τις υπηρεσίες αρχαιοτήτων, που θα πρέπει να είναι οι κατεξοχήν θεσμοί εφαρμογής και βελτίωσης της αρχαιολογικής επιστήμης.

Στη βάση αυτή θεωρούμε ότι είναι καιρός, ενιαία και μαζικά, μόνιμο και έκτακτο προσωπικό, να ξεφύγουμε από τα σάπια στεγανά, που θέτουν οι πολιτικές της ελεύθερης αγοράς και της καπιταλιστικής κερδοφορίας, οι οποίες όχι μόνο στρέφουν τους εργαζόμενους σε αναμεταξύ τους εναντιώσεις αλλά υποβιβάζουν και το ρόλο της Αρχαιολογίας και των υπηρεσιών αρχαιοτήτων, και να αγωνιστούμε από κοινού για:

  • Προκηρύξεις θέσεων αρχαιολόγων χωρίς ειδίκευση. Προκήρυξη περισσοτέρων θέσεων για αρχαιολόγους ώστε παράλληλα με τους περισσότερο να εργάζονται και οι λιγότερο έμπειροι. Μοριοδότηση όλης της προϋπηρεσίας, πέραν του 84μηνου, χωρίς ειδικεύσεις και διαβαθμίσεις. Κανένας φραγμός ανάμεσα στους αρχαιολόγους και το δικαίωμα για δουλειά.
  • Ενδυνάμωση και αναβάθμιση των υπηρεσιών αρχαιοτήτων. Ξεχωριστό, επαρκές και σταθερό κονδύλι από τον κρατικό προϋπολογισμό για την άμεση πρόσληψη μόνιμου επιστημονικού, τεχνικού, εργατικού προσωπικού. Νέες λειτουργίες και αναβάθμιση των υπαρχουσών για τη μελέτη, ανάδειξη και προστασία των αρχαιολογικών μαρτυριών.
  • Επαναφορά των ΣΣΕ. Καμία ατομική διαπραγμάτευση, κανένας μόνος του στην εργασιακή επισφάλεια, απέναντι στην εργοδοσία. Ενδυνάμωση των σωματείων, της συλλογικής και οργανωμένης πάλης.
  • Μέτωπο των εργαζομένων, ΙΔΟΧ, ΙΔΑΧ, μόνιμων, του υπουργείου Πολιτισμού στη βάση των παραπάνω αιτημάτων. Η βάση των εργαζομένων να μιλήσει, να αποφασίσει και να απαιτήσει. Πολιτική από τα κάτω, από τα σωματεία, όχι στην υποταγή και την κυβερνητική αναμονή.

Ο σκοπός του μνημονίου

Τα ΜΜΕ έσπευσαν να εκθειάσουν το «Μνημόνιο Συναντίληψης και Συνεργασίας», που έχει συνυπογραφεί από το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού και το Υπουργείο Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. Σκοπός του Μνημονίου, όπως ρητά ορίζεται, είναι «η διευκόλυνση, η συστηματοποίηση και η επιτάχυνση των αρχαιολογικών εργασιών, καθώς και των εργασιών προστασίας και ανάδειξης μνημείων, στο πλαίσιο κατασκευής Δημοσίων Συγχρηματοδοτουμένων Έργων». Με πρόφαση την οικονομική κρίση (όπως αντίστοιχα συνέβη πριν το 2004 με πρόφαση, τότε, τους Ολυμπιακούς Αγώνες), γίνεται προσπάθεια για «επίσπευση» των αρχαιολογικών εργασιών.

Περισσότερα...