Σύλλογος Έκτακτων Αρχαιολόγων Σύλλογος Έκτακτων Αρχαιολόγων Σύλλογος Έκτακτων Αρχαιολόγων

Ανακοινώσεις

Αίτηση ακύρωσης της απόφασης απόσπασης και επανατοποθέτησης των αρχαιοτήτων στον σταθμό Βενιζέλου του μετρό Θεσσαλονίκης

στο Συμβούλιο της Επικρατείας

Κοινή ανακοίνωση: Ενιαίος Σύλλογος Υπαλλήλων ΥΠΠΟΑ Αττικής, Στερεάς και Νήσων ∙ Πανελλήνια Ένωση Συντηρητών Αρχαιοτήτων ∙

Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων ∙ Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων

 

Την Πέμπτη 3/9/2020, τα σωματεία που συνυπογράφουμε την παρούσα ανακοίνωση (Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων, Πανελλήνια Ένωση Συντηρητών Αρχαιοτήτων, Ενιαίος Σύλλογος Υπαλλήλων ΥΠΠΟΑ, Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων) καταθέσαμε από κοινού στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) αίτηση ακύρωσης της απόφασης απόσπασης και επανατοποθέτησης των αρχαιοτήτων στον σταθμό Βενιζέλου του μετρό Θεσσαλονίκης.

Η αίτησή μας τεκμηριώνει την ιδιαίτερη σημασία του συγκεκριμένου μνημειακού συνόλου και τους λόγους που καθιστούν όχι απλώς απολύτως εφικτή αλλά και υποχρεωτική τη διατήρησή του στην θέση όπου αποκαλύφθηκε.Η εξέχουσα σημασία του μνημείου έγκειται στη μοναδικότητά του, την άριστη κατάσταση διατήρησής του, την αυθεντικότητα και την ακεραιότητά του. Η ιστορική του σημασία επιβάλλει, ηθικά, επιστημονικά και εθνικά, τη διατήρησή του in situ, καθώς αποτελεί το άμεσο περιβάλλον των βυζαντινών μνημείων UNESCO της Θεσσαλονίκης, για τα οποία λειτουργεί ως συνεκτικό στοιχείο ιστορικής και λειτουργικής ενότητας.

Με την αίτησή μας αποδεικνύεται ότι η απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού, κατόπιν της γνωμοδότησης του ΚΑΣ, η οποία εγκρίνει πρόταση της Αττικό Μετρό για ανακατασκευή του σταθμού Βενιζέλου με απόσπαση του μοναδικού μνημειακού συνόλου και προϋποθέτει την εκρίζωση, τον τεμαχισμό, τον κατακερματισμό του, την εξαγωγή μιας ολόκληρης βυζαντινής γειτονιάς έκτασης 1.600 περίπου τ.μ., από μια μικρή οπή της κατασκευασμένης πλάκας οροφής και την αποθήκευσή του σε άγνωστο μέχρι στιγμής χώρο και την καταστροφή της θέσης όπου κείται αδιάλειπτα επί 16 αιώνες, είναι παράνομη, διότι:

  • Εκδόθηκε κατά παράβαση διατάξεων και αρχών των Διεθνών Συμβάσεων για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, που προτάσσουν τη διατήρηση των μνημείων στο περιβάλλον τους. Η απόφαση απόσπασης του μνημειακού συνόλου εξ ορισμού και ανεπιστρεπτί θα απομειώσει την αξία του, εφόσον θα καταστρέψει την αυθεντικότητα, την ακεραιότητα, αλλά και τη θέση του, μετατρέποντάς το από αυθεντικό μάρτυρα της ζωής στην βυζαντινή Θεσσαλονίκη σε αποτυχημένη «σκηνογραφία».
  • Εκδόθηκε κατά παράβαση του αρχαιολογικού νόμου 3028/2002, ιδίως δε του άρθρου 42, σύμφωνα με το οποίο «η μετακίνηση μνημείου λόγω τεχνικού έργου εξετάζεται μόνο όταν μετά από σχετικό επιστημονικό έλεγχο αποκλείεται κάθε δυνατότητα διατήρησής του στο περιβάλλον του». Τέτοιος έλεγχος, ο οποίος μάλιστα έπρεπε να προηγηθεί, ΔΕΝ διενεργήθηκε από τη Διοίκηση, καθιστώντας όχι μόνο την απόφαση αλλά και την ίδια την εξέταση του θέματος του ΚΑΣ παράνομη.
  • Η Διοίκηση όχι απλώς δεν προέβη σε έλεγχο για να βρει επιστημονική λύση διατήρησης  in situ των μνημείων, αλλά μάλιστα ανέτρεψε αυθαίρετα, αναιτιολόγητα και όψιμα προηγούμενη τεχνικά εφικτή λύση η οποία είχε εγκριθεί από το Υπουργείο και την Αττικό Μετρό το 2017 και εφαρμοζόταν μέχρι το καλοκαίρι του 2019. Η λύση αυτή αποτελούσε την εγγύηση για τη διατήρηση των αρχαιοτήτων στη θέση τους και την παράλληλη κατασκευή και λειτουργία του σταθμού με ασφάλεια, εντός ρεαλιστικών χρονοδιαγραμμάτων και με έλλογο κόστος.
  • Με την κοινή μας προσφυγή αποδεικνύεται ότι η μελέτη της Αττικό Μετρό δεν είναι η μοναδική λύση, όπως ψευδώς την ονομάζει, αλλά απλώς η συνήθης και παγιωμένη μέθοδος για την ίδια και τους εργολάβους της. Η αποτυχία της Αττικό Μετρό να αντεπεξέλθει επιστημονικά και τεχνικά στις εξειδικευμένες απαιτήσεις του έργου του συγκεκριμένου σταθμού συνοδεύτηκε από σειρά παντελώς αβάσιμων και αναπόδεικτων επιχειρημάτων, τα οποία δέχτηκε το ΚΑΣ και η Υπουργός, αλλά δεν μπορεί να συνιστά λόγο για να εφαρμοστεί η επαχθέστερη επιλογή για τα αρχαία ευρήματα.
  • Τελευταίο αλλά όχι έσχατο, η απόφαση εκδόθηκε βασιζόμενη σε γνωμοδότηση του ΚΑΣ που ελήφθη σε παράνομη συνεδρίασή του, εξαιτίας της συμμετοχής δύο μελών του, που έπρεπε να είχαν εξαιρεθεί από τη συνεδρίαση. Η συμμετοχή του ενός ήταν ανεπίτρεπτη λόγω προηγούμενης εμπλοκής του ως έμμισθου συμβούλου της Αττικό Μετρό με εμμονή στη λύση της απόσπασης. Η συμμετοχή του δεύτερου, εξαιτίας του ότι άμεσος συγγενής του συνδέει άμεσο οικονομικό συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης, εφόσον εκπόνησε τη μελέτη για την απόσπαση και την επανατοποθέτηση του εν λόγω μνημειακού συνόλου και ήδη την κατέθεσε στην Αττικό Μετρό κι εκείνη με τη σειρά της στο ΥΠΠΟΑ την 31/7/2020. Θυμίζουμε, μάλιστα, ότι ο εν λόγω μηχανικός παρέστη στην επίμαχη συνεδρίαση του ΚΑΣ, στη σύνθεση της οποίας μετείχε ο αδερφός του, ως δήθεν ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας για λογαριασμό της Αττικό Μετρό, και λίγους μήνες μετά από την θέση του ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα μεταπήδησε στην θέση του μελετητή που του έχει ανατεθεί από την Αττικό Μετρό η μελέτη και η εργασία της απόσπασης και επανατοποθέτησης των αρχαιοτήτων!

Για την προσφυγή μας στο ΣτΕ είχαμε εγκαίρως προειδοποιήσει δημοσίως με ανακοινώσεις μας και αυτοπροσώπως κατά την παράστασή μας στην κρίσιμη συνεδρία του ΚΑΣ. Θεωρούμε χρέος μας να σταματήσουμε το πολιτιστικό έγκλημα που μεθοδεύεται και που θα αποστερήσει την ανθρωπότητα και τις επερχόμενες γενιές από το μοναδικό μνημειακό σύνολο της Θεσσαλονίκης.

Ένα χρόνο πριν, στις 7 Σεπτεμβρίου 2019, από το βήμα της ΔΕΘ ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης εξήγγειλε την αλλαγή σχεδιασμού για το Σταθμό Βενιζέλου του Μετρό Θεσσαλονίκης, με απόσπαση του μοναδικού αρχαιολογικού χώρου και καταστροφή της αυθεντικότητάς του. Η επίσημη αιτιολογία ήταν, ότι με με αυτή την λύση θα ολοκληρωθεί γρηγορότερα ο σταθμός Βενιζέλου και θα παραδοθεί το 2023 μαζί με όλο το μετρό. Σήμερα, έναν χρόνο μετά, αποδεικνύεται πως χρειάστηκαν 3 μήνες μέχρι η Αττικό Μετρό να φέρει δήθεν ανασχεδιασμό του σταθμού που ήταν ο ίδιος με αυτόν του 2014 (!), χρειάστηκαν άλλοι 3 μήνες για να καθαρογραφεί η Υπουργική Απόφαση που προσβάλουμε με την αίτηση μας, ενώ η μελέτη απόσπασης και επανατοποθέτησης δεν έχει ακόμη καν συζητηθεί. Ας σταματήσουν λοιπόν να διαδίδουν ψευδώς, ότι τάχα είναι οι δικές μας ενέργειες αυτές που καθυστερούν το έργο. Με τη μελέτη που ενέκρινε το Υπουργείο ΔΕΝ πρόκειται να παραδοθεί το έργο του μετρό το 2023, όπως αναληθώς ισχυρίζονται. Αντιθέτως, με τη δική τους λύση και τα αρχαία θα καταστραφούν και το σύνολο του έργο θα καθυστερήσει να αποδοθεί στους πολίτες.

Η προστασία των μνημείων και του πολιτιστικού περιβάλλοντος είναι υποχρέωσή της Πολιτείας και δικαίωμα όλων μας. Για την προστασία του συγκεκριμένου μνημειακού συνόλου στην Βενιζέλου έχουν ενεργοποιηθεί όλες οι διεθνείς Ενώσεις Βυζαντινολόγων και επιφανείς επιστήμονες από όλο τον κόσμο απευθύνουν εκκλήσεις και επιστολές στη πολιτική και πολιτειακή ηγεσία της χώρας, ενώ με την υπόθεση ασχολείται ήδη η ίδια η UNESCO. Η χώρα μας, από πρότυπο της προστασίας των μνημείων, μετατρέπεται σε παρία όσον αφορά την διαχείριση των μνημείων και διασύρεται πλέον διεθνώς ως χώρα που δεν μπορεί να κατασκευάσει ένα απαιτητικό τεχνικό έργο.

Από την πλευρά μας, θα συνεχίσουμε μέχρι τέλους τον αγώνα για τη διάσωση του ιστορικού βυζαντινού σταυροδρομίου και των παρακείμενων αρχαιοτήτων, έχοντας στο πλάι μας το σύνολο της ελληνικής και διεθνούς επιστημονικής κοινότητας. Ο καθείς διαλέγει τους συμμάχους του.

 

Ενιαίος Σύλλογος Υπαλλήλων ΥΠΠΟΑ Αττικής, Στερεάς και Νήσων

Πανελλήνια Ένωση Συντηρητών Αρχαιοτήτων

Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων

Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων


«Ριζική αποψίλωση»

Για την πυρκαγιά στον αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών

 

Αυτό το Σαββατοκύριακο δεν είχαμε καμένους ούτε πνιγμένους συμπολίτες μας. Τα ΜΜΕ δεν θα απαιτηθεί να υμνήσουν την κυβέρνηση, καταμετρώντας διασωθέντες (και προσπερνώντας γρήγορα τον αριθμό των θυμάτων).

Αυτό το Σαββατοκύριακο «απλώς» λαμπάδιασε ο Αρχαιολογικός Χώρος των Μυκηνών. Το υπουργείο Πολιτισμού εξηγεί με Δελτίο Τύπου του πώς σώθηκαν από την πυρκαγιά «το Αρχαιολογικό Μουσείο Μυκηνών, η κεντρική είσοδος στην Ακρόπολη των Μυκηνών (Πύλη Λεόντων), ο Ταφικός Κύκλος Α, τα μνημεία στην βόρεια κλιτύ της Ακρόπολης, καθώς και τα κυκλώπεια τείχη» χάρη στις σχετικές πρόνοιες για «ριζική αποψίλωση» του αρχαιολογικού χώρου. Η υπουργός, που ευχαρίστησε «τον Υφυπουργό Πολιτικής Προστασίας κ. Νίκο Χαρδαλιά, με τον οποίον ήταν σε επαφή, για τον συντονισμό της όλης επιχείρησης», ξέχασε να εξηγήσει πώς μεταδόθηκε η φωτιά εντός των τειχών της αποψιλωμένης μυκηναϊκής ακρόπολης, στην Ανατολική Πτέρυγα του Ανακτόρου, στις Βόρειες Αποθήκες, στην περιοχή του αρχαϊκού ναού στην κορυφή του λόφου, στην άνω δυτική κλιτύ της Ακρόπολης, στη ΝΔ Συνοικία και την περιοχή του Θρησκευτικού Κέντρου των Μυκηνών.

Η «ριζική αποψίλωση» όμως δεν είναι ολότελα ψέμα. Πραγματοποιείται. Αφορά τα Μουσεία, τους Αρχαιολογικούς χώρους, τα Μνημεία και τους εργαζόμενους σε αυτά, αφορά ολόκληρο τον τομέα του Πολιτισμού, και αφορά, συνολικά, τα ευρύτερα κομμάτια της ελληνικής κοινωνίας που πλήττονται ανεξαίρετα. Ορθότερα, πρέπει να ονομάζεται «κοινωνική ριζική αποψίλωση».

Ευτυχώς, δεν κάηκαν τα κυκλώπεια τείχη, πανηγυρίζει τώρα το ΥΠΠΟΑ. Πράγματι, μόνο ό,τι δεν είναι δυνατό να καεί ή να καταποντιστεί, περισώζεται αυτήν τη στιγμή από τις αντικοινωνικές και αντιπολιτιστικές πολιτικές της κυβέρνησης και των υπουργείων της.

Από το ξερίζωμα και τεμαχισμό της πολιτισμικής μας παράδοσης (βλ. αρχαιότητες στον σταθμό Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη) μέχρι τη βεβήλωση περιοχών φυσικού κάλλους ή αρχαιολογικού ενδιαφέροντος (βλ. σταθμό ανεμογεννητριών στον Ισθμό Ιεράπετρας), από τα πιο μεγάλα οράματα των τελευταίων κυβερνήσεων (βλ. περιορισμένη κήρυξη του Ελληνικού για ανέγερση πολιτείας τζόγου) μέχρι τις πιο διαφημισμένες διπλωματικές επιτυχίες μας σε επίπεδο αρχαιοτήτων (βλ. συμφωνία …«δανεισμού» της Ελλάδας από τη Γαλλία, μετόπης του Παρθενώνα) ως Σύλλογος θα βρεθούμε απέναντι στις αποφάσεις εκείνες που ρημάζουν ταυτόχρονα τον λαό, τον τόπο, και την ιστορία τους, απέναντι σε εκείνους που επιχειρούν να περιγράφουν τις διαδοχικές καταστροφές (ή καταστροφικές επιλογές τους) σαν απανωτές επιτυχίες τους.


 

Καταγγελία καθυστέρησης καταβολής δεδουλευμένων σε αρχαιολόγους

 

Ο Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων (Σ.ΕΚ.Α.) συμπλήρωσε ήδη τέσσερις μήνες (9 Μαΐου-9 Αυγούστου) προσπαθώντας να συμβάλει εξωδίκως στην εξεύρεση λύσης στην υπόθεση των δύο συναδέλφων και μελών του Συλλόγου μας, οι οποίοι εργάστηκαν ως ΠΕ Αρχαιολόγοι ορισμένου χρόνου στο υποέργο «Αρχαιολογικές έρευνες και εργασίες» του ενταγμένου στο ΕΣΠΑ έργου «Βελτίωση αγροτικής οδού στο αγρόκτημα Πενταλόφου από την περιοχή των νέων νεκροταφείων έως την παλιά εθνική οδό Θεσσαλονίκης-Κιλκίς», αλλά ποτέ δεν έλαβαν τα δεδουλευμένα τους. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ένας εκ των δύο συναδέλφων έχει ήδη συμπληρώσει ένα έτος χωρίς να έχει λάβει τα δεδουλευμένα για το 3μηνο περίπου διάστημα της εργασίας του.

Οι συνάδελφοι προσελήφθησαν ως μισθωτοί υπάλληλοι με εξαρτημένη σχέση εργασίας από τον Δήμο Ωραιοκάστρου, συνεπώς ο τελευταίος θα έπρεπε να έχει υπάρξει συνεπής στις υποχρεώσεις του, καλύπτοντας από το αποθεματικό του τα έξοδα πληρωμής των υπαλλήλων του.

Θεωρούμε υποτίμηση και πρόκληση προς τους απλήρωτους εργαζόμενους αλλά και προς τον Σύλλογό μας τη φερόμενη ή υπαρκτή διάσταση απόψεων ανάμεσα στη Διευθύντρια Διοικητικού Οικονομικού του Δήμου και στην υπεύθυνη Ταμείου στο Γραφείο Εσόδων και Περιουσίας του Δήμου, για το «εάν πρέπει να συνταχθούν ένα ή δύο εντάλματα πληρωμής», με τη διαφωνία τους να πλήττει αποκλειστικά τους εργαζόμενους και απλήρωτους αρχαιολόγους.

Οι καλές προθέσεις του Δημάρχου ή του Αντιδημάρχου φαίνεται ότι δεν επαρκούν για να λυθεί το πρόβλημα, το οποίο απλώς μετατίθεται από το ένα γραφείο του Δημαρχείου στο άλλο, μαζί με τις ευθύνες, με σταθερό παρονομαστή τη μη καταβολή των δεδουλευμένων των συναδέλφων μας.

Σημαντική ευθύνη, ωστόσο, φέρει και η υπεύθυνη Εφορεία Αρχαιοτήτων Περιφέρειας Θεσσαλονίκης, η οποία ως εγγυήτρια της εκτέλεσης του υποέργου, θα όφειλε τουλάχιστον να μην έχει επιτρέψει τη συνέχιση του έργου (μάλιστα με πρόσληψη δεύτερου αρχαιολόγου) ενώ εκκρεμούσαν οφειλόμενα δεδουλευμένα ήδη στον πρώτο αρχαιολόγο. Επίσης, θα όφειλε να έχει κινήσει διαδικασίες για την αποπληρωμή των συναδέλφων, διαπιστώνοντας τη σχετική αδράνεια του Δήμου Ωραιοκάστρου, και να μην εγκαταλείψει την προσπάθεια και, μαζί, τους εργαζομένους. Ο Δήμος Ωραιοκάστρου έχει επιδείξει πρωτοφανή αναλγησία εμπαίζοντας κατ’ εξακολούθηση τους δύο συναδέλφους, ενώ και η Εφορεία Αρχαιοτήτων Περιφέρειας Θεσσαλονίκης εκτίθεται σιωπώντας μπροστά σε μια τόσο μεγάλη -σημειωτέον, άνευ προηγουμένου- καθυστέρηση στην καταβολή δεδουλευμένων προς συναδέλφους επί συμβάσει αρχαιολόγους.

Καταγγέλλοντας το γεγονός, ως ΣΕΚΑ επιφυλασσόμαστε για όλες τις σύννομες ενέργειες προάσπισης των συμφερόντων των συναδέλφων μας, καθώς και για τη δημοσιοποίηση των ως άνω αδιόρθωτων πρακτικών στην τοπική κοινωνία. Ήδη έχει ενημερωθεί η αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, γεγονός, απλώς, θλιβερό: θεωρούν οι τοπικές αρχές, οι ΕΦΑ και η κεντρική υπηρεσία του ΥΠΠΟΑ ότι πρέπει να προστρέχουμε σε ΣΕΠΕ και δικαστήρια για να κερδίζουμε το δικαίωμα στην πληρωμή της εργασίας μας;!

Ενημέρωση για το εξωδικαστικό κλείσιμο της υπόθεσης των 19 συναδέλφων μας, πρώην εργαζομένων στο έργο του Μετρό Θεσσαλονίκης

 

Στις 28 Ιουλίου 2020, στη Θεσσαλονίκη, υπογράφτηκε ο εξωδικαστικός συμβιβασμός ανάμεσα στους 19 αρχαιολόγους - πρώην εργαζόμενους στο έργο του Μετρό Θεσσαλονίκης και την Κοινοπραξία του Μετρό Θεσσαλονίκης.

Θυμίζουμε ότι ο ΣΕΚΑ, έπειτα από παρακίνηση συναδέλφων εκ των 19, ανέλαβε πριν από έναν χρόνο πρωτοβουλία, αρχικά ζητώντας την άρση των αντεργατικών όσο και άδικων μηνύσεων που εκκρεμούσαν προς 10 αρχαιολόγους, στη συνέχεια επιδιώκοντας τον εξωδικαστικό συμβιβασμό σε ό,τι αφορά την αστική διαφωνία ανάμεσα στους 19 αρχαιολόγους και την Κοινοπραξία.

Μεσολάβησαν συνάντηση με την Αττικό Μετρό, δύο συναντήσεις στο υπουργείο Εργασίας, σειρά επικοινωνιών με το υπουργείο αλλά και τους δικηγόρους των δύο πλευρών, και, κυρίως, πολλές συναντήσεις και συνεννοήσεις με τους 19 συναδέλφους μας. Πολλά μέλη του ΔΣ και των τοπικών Παραρτημάτων ενεπλάκησαν ενεργά στην κοινή προσπάθεια, και βρέθηκαν τόσο στην Αθήνα όσο και στη Θεσσαλονίκη σε συναντήσεις με συναδέλφους για την υπόθεση. Καρπός της συλλογικής προσπάθειας, ένας εξωδικαστικός συμβιβασμός και ενώ εκκρεμεί η απόφαση του Αρείου Πάγου, την οποία ο συμβιβασμός παρακάμπτει. 

Συνεχίζουμε στην υπομονετική πορεία που έχουμε χαράξει, με πίστη στην δύναμη της συλλογικής διαπραγμάτευσης και διεκδίκησης.

Για την εγκατάσταση αιολικού σταθμού

εντός του αρχαιολογικού χώρου Ισθμού της Ιεράπετρας

 

Μπορούν άραγε ανεμογεννήτριες ύψους 90 και 80 μέτρων να τοποθετηθούν μέσα σε έναν αρχαιολογικό χώρο; Το Υπουργείο Πολιτισμού απαντά στο ερώτημα θετικά υπό προϋποθέσεις. Συναινώντας ωστόσο στην εγκατάσταση αιολικού «πάρκου» εντός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου του Ισθμού της Ιεράπετρας το Υπουργείο Πολιτισμού νομιμοποιεί το έργο και ανοίγει το δρόμο για ανάλογα σχέδια στο άμεσο μέλλον παρέχοντας σταθερά έγκριση, νομιμοποίηση και διευκολύνσεις προς τους επενδυτές και στεκόμενο απέναντι στην τοπική κοινωνία και τους ενεργούς πολίτες που διαφωνούν με αυτού του είδους την «ανάπτυξη».

Η κήρυξη του χώρου έγινε το 2000 -σε μια πρωτοφανή για τα δεδομένα της εποχής απόφαση- με σκοπό, όπως αναφέρεται στον Διαρκή Κατάλογο Κηρυγμένων Αρχαιολογικών Χώρων και Μνημείων της Ελλάδος (ΥΑ ΥΠΠΟ/ΑΡΧ/Α1/Φ43/9472/478 π.ε./27-3-2000 - ΦΕΚ 517/Β/11-4-2000), «την αποτελεσματικότερη προστασία των αρχαιοτήτων του σπουδαιότατου ιστορικού χώρου του βορείου τμήματος Ισθμού Ιεράπετρας», που αποτέλεσε τη μόνη χερσαία σύνδεση της Κεντρικής με την Ανατολική Κρήτη, ήδη από τη Νεολιθική περίοδο. Στο χώρο αυτό πράγματι η ανθρώπινη δραστηριότητα καθορίζεται απόλυτα από τη γεωμορφολογία και το χαρακτήρα ενός δοσμένου φυσικού περιβάλλοντος, σε μια αμφίδρομη διαχρονικά σχέση.

Η θετική γνωμοδότηση για την πρόσφατη εγκατάσταση αιολικού «πάρκου» στην περιοχή Σμαϊλογγόσι, δεν αντιμετωπίζει την περιοχή ως ενιαίο αρχαιολογικό τοπίο, αλλά ως άθροισμα μεμονωμένων μνημείων ή επιμέρους τοποθεσιών. Η ανθρώπινη δράση στο απώτερο, μα και πιο πρόσφατο, παρελθόν δεν φανερώνεται μονάχα από ένα μινωικό ανάκτορο, έναν αρχαϊκό ή βυζαντινό ναό, αλλά αφήνει πίσω της πλούσια αποτυπώματα: μεγάλοι και μικροί οικισμοί, οικισμοί-καταφύγια, αγροικίες, φυλάκια, μονοπάτια, ταφικά σύνολα, οχυρωματικά έργα, λιμενικές εγκαταστάσεις, πατητήρια, ξερολιθιές, νερόμυλοι, αλληλεπιδρούν σε διάφορες ιστορικές περιόδους και καταδεικνύουν την ανάγκη προστασίας ενός τέτοιου τοπίου ως ενότητας.

Τον τελευταίο καιρό η ενότητα αυτή διασπάστηκε, οι ανεμογεννήτριες έχουν ήδη τοποθετηθεί, έπειτα από άστοχους χειρισμούς σε μια προσέγγιση που δεν έγινε εξαρχής με επιστημονικά ορθό τρόπο:

 

  1.  Το Υπουργείο Πολιτισμού έπαιξε με τις λέξεις, αναφέροντας ότι αρχικά ο αιολικός σταθμός σχεδιαζόταν «οριακά εκτός» του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου, έπειτα από αλλαγή της χωροθέτησης στα σχέδια της εταιρείας «οριακά εντός». Επικαλέστηκε τον Αρχαιολογικό Νόμο (Ν. 3028/2002, ΦΕΚ A-153/28-6-2002), όπου όμως ορίζεται ότι η έγκριση για εγκατάσταση και λειτουργία βιομηχανικής επιχείρησης «χορηγείται εάν η απόσταση από ακίνητο μνημείο ή η σχέση με αυτό είναι τέτοια ώστε να μην κινδυνεύει να επέλθει άμεση ή έμμεση βλάβη αυτού λόγω του χαρακτήρα του έργου» (Άρθρο 10.3). Εδώ λοιπόν η βλάβη είναι και άμεση (διάνοιξη δρόμων, ταπείνωση αναγλύφου κ.λπ.) και έμμεση (οπτική όχληση, αλλαγή χαρακτήρα δραστηριοτήτων στο χώρο) λόγω ακριβώς του χαρακτήρα του έργου (ανεμογεννήτριες ύψους σχεδόν 100 μ. σε έναν αρχαιολογικό χώρο ήπιου αναγλύφου).
  2. Υποβίβασε την αξία του εγχειρήματος («ένας μικρού σχετικά μεγέθους αιολικός σταθμός») παραβλέποντας το γεγονός ότι ο αριθμός των ανεμογεννητριών δεν μειώνει σημαντικά τον βαθμό επέμβασης στο φυσικό τοπίο.
  3. Η διαπίστωση μετά από αυτοψία ότι στην περιοχή «δεν εντοπίστηκαν ίχνη κεραμικής ή αρχιτεκτονικών καταλοίπων» παραβλέπει τους ποικίλους παράγοντες που επιδρούν στην επιφανειακή ορατότητα των αρχαιολογικών καταλοίπων. Η επιφανειακή έρευνα δεν είναι αρκετή για την απόδειξη απουσίας ή παρουσίας της ανθρώπινης δράσης σε μία θέση.
  4. Επέμεινε ότι «δεν υπάρχει καμία οπτική επαφή με καμία σημαντική αρχαιολογική θέση», μέσα από αυτοψία κλιμακίου της Εφορείας Λασιθίου, ενώ είναι επίσης ευρέως γνωστό στην επιστημονική έρευνα ότι κάτι τέτοιο δεν μπορεί να διαπιστωθεί με μια απλή επίσκεψη στις θέσεις, αλλά απαιτεί μελέτη προσομοίωσης όπου θα λαμβάνονται υπόψη τα πραγματικά μεγέθη των ανεμογεννητριών ώστε να ερευνηθεί/ επιβεβαιωθεί η οπτική ή μη όχληση του αρχαιολογικού χώρου (μελέτη με χρήση πληροφοριακών συστημάτων γεωαναφορας/ viewshed analysis).

Εκτός των παραπάνω, η έγκριση του αιολικού «πάρκου» σε ένα χώρο για τον οποίο, εκ των υστέρων και έπειτα από τις πιέσεις της τοπικής κοινωνίας, η Αρχαιολογική Υπηρεσία διατύπωσε μέχρι και την πρόθεση να κηρύξει σε ειδική αρχαιολογική Ζώνη Α΄ για την αποτελεσματικότερη προστασία του, η απόσυρση της προσφυγής των κατοίκων στο Κ.Α.Σ., η μη αυτοδίκαιη άρση της άδειας των εργασιών όταν διαπιστώθηκαν παρανομίες από πλευράς της εταιρείας και η τελική απόφαση του Κ.Α.Σ. που διαπίστωσε μεν παρανομία αλλά επέτρεψε στην εταιρία να συνεχίσει το έργο της, αποτελούν ενδεικτικά μόνο στοιχεία της στήριξης και της εύνοιας που παρείχε το Υπουργείο Πολιτισμού στους επενδυτές.

Ο Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων (Σ.ΕΚ.Α.), απέναντι σε παρόμοιες αποφάσεις που αφήνουν το υπουργείο νομικά και ηθικά έκθετο, έκρινε αναγκαία τη συμμετοχή του στην προσφυγή Επιτροπής Πολιτών της Ιεράπετρας προς το Συμβούλιο της Επικρατείας μαζί με άλλα σωματεία και συλλόγους. Ζητά την άρση της νομιμοποίησης και την ακύρωση εγκατάστασης αιολικού σταθμού εντός του κηρυγμένου ως αρχαιολογικού χώρου Ισθμού της Ιεράπετρας. Μια θετική έκβαση της υπόθεσης θα συνέδεε το χωροταξικό των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) με τον αρχαιολογικό νόμο, εμποδίζοντας στο μέλλον την εγκατάσταση ΑΠΕ εντός ή πλησίον αρχαιολογικών χώρων, προστατεύοντας έτσι αποτελεσματικά την πολιτιστική κληρονομιά της χώρας.

ΩςΣ.ΕΚ.Α. δηλώνουμε την αντίθεσή μας σε τέτοιου είδους φαραωνικά έργα, ξεπερασμένης τεχνολογίας και με αποδεδειγμένα περιορισμένο χρόνο ζωής, που επιβαρύνουν ανεπανόρθωτα το περιβάλλον. Καταγγέλλουμε τη σκανδαλώδη προτεραιότητα που δίνει η κυβέρνηση στις ενεργειακές επενδύσεις -παραπλανητικά χαρακτηριζόμενες ως «πράσινες»- θυσιάζοντας φυσικό τοπίο και αρχαιολογική κληρονομιά.

 

  • Θέλουμε αρχαιολογικό πάρκο και όχι πάρκο ανεμογεννητριών.
  • Λέμε όχι στις δήθεν αναπτυξιακές πολιτικές που υπονομεύουν το περιβάλλον και το αρχαιολογικό τοπίο.
  • Λέμε ναι στην ευημερία του τόπου με γνώμονα την προστασία της φύσης, το σεβασμό στον άνθρωπο και τη διατήρηση της συλλογικής μνήμης.
18-08-20

Για την ανάπλαση της πλατείας Υπαπαντής στην Καλαμάτα

 

Η αναστάτωση που επικρατεί τις τελευταίες ημέρες στην Καλαμάτα έχει δίκαιη βάση και δεν θα μπορούσε να μας αφήσει αδιάφορους, καθώς σχετίζεται με την πολιτιστική μας κληρονομιά: Μόλις ολοκληρώθηκε διαγωνισμός ανάδειξης αναδόχου για το έργο της ανάπλασης της πλατείας Υπαπαντής. Ωστόσο, στον ίδιο χώρο σύμφωνα με τους ανασκαφείς, Αθανάσιο Πετρίδη, Ανδρέα Σκιά και Νικόλαο Γιαλούρη, έχουν αποκαλυφθεί από τα τέλη του 19ου αιώνα αρχαιότητες που ταυτίζουν την περιοχή με την αρχαία πόλη των Φαρών. Τα ευρήματα ανάγονται στους γεωμετρικούς, αρχαϊκούς, κλασικούς, ελληνιστικούς, ρωμαϊκούς και μεσαιωνικούς χρόνους. Πέριξ της πλατείας τα ευρήματα εκτείνονται χρονολογικά από την Υστεροελλαδική ΙΙΙ μέχρι και τη Μεταβυζαντινή περίοδο.

Τα αρχαία της πλατείας Υπαπαντής είχαν καταχωθεί στο παρελθόν και στην παρούσα μελέτη δεν προβλέπεται καμία αρχαιολογική εργασία, πλην της επίβλεψης. Η αξία των συγκεκριμένων καταλοίπων διαπιστώνεται εύκολα, αφού μεταξύ άλλων παρουσιάζονται τα ιστορικά και αρχαιολογικά δεδομένα από τον καθηγητή Π. Θέμελη συμπυκνωμένα και εύγλωττα σε σειρά δημοσιευμάτων του τόσο στον τοπικό τύπο όσο και στην εφημερίδα «Η Καθημερινή». Με την επιχειρούμενη επέμβαση η παρουσία αρχαίων στον χώρο αγνοείται, ωσάν να μην μας ήταν γνωστή! Επιπλέον, στην Καλαμάτα με εξαίρεση τα Ακοβίτικα δεν υπάρχουν αρχαιότητες ορατές και επισκέψιμες. Δημιουργείται έτσι η εντύπωση ότι η ιστορία της πόλης ξεκινά τον Μεσαίωνα.

Ζητάμε τη συστηματική αρχαιολογική διερεύνηση του χώρου, όπως προβλέπει η αρχαιολογική επιστήμη και όχι στα πλαίσια ενός τεχνικού έργου, υπό την πίεση του χρόνου και με την απειλή καταστροφής των αρχαίων από τα μηχανήματα. Να προγραμματιστεί άμεσα η αρχαιολογική έρευνα στην πλατεία Υπαπαντής για λόγους προστασίας των αρχαιοτήτων και απόδοσής τους στους πολίτες και στην επιστημονική κοινότητα. Κάθε άλλη επέμβαση μπορεί να αποδειχθεί καταστροφική για τις αρχαιότητες και θα πρέπει να αποφευχθεί.